Η Μεσόγειος είναι μία από τις πιο υπεραλιευμένες θάλασσες στον κόσμο. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, πάνω από το 65% των ιχθυαποθεμάτων στην περιοχή είναι εκτός των ασφαλών βιολογικών ορίων.
Στις ελληνικές θάλασσες η μικρής κλίμακας παράκτια αλιεία, είναι μία δραστηριότητα θεμελιώδους σημασίας για τις κοινωνίες των νησιών και των παράκτιων περιοχών στηρίζοντας διατροφικά, επαγγελματικά αλλά και κοινωνικά τους κατοίκους των παραθαλάσσιων περιοχών. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με πρόσφατες παλαιοντολογικές έρευνες, τα είδη ψαριών που αλίευαν οι ψαράδες των νησιών του Αιγαίου πριν από 10.000 χρόνια, είναι σχεδόν τα ίδια με αυτά που αλιεύουν οι παράκτιοι αλιείς σήμερα. Στις μέρες μας, η παράκτια αλιεία, συνεχίζει να διατηρεί ιδιαίτερη κοινωνική και οικονομική σημασία στην Ελλάδα αντιπροσωπεύοντας το 97% του ελληνικού αλιευτικού στόλου και συγκεντρώνοντας, περίπου το 50% των αλιευμάτων.
Ωστόσο, κάθε χρόνο η αλιευτική παραγωγή μειώνεται σημαντικά προκαλώντας καταστροφικές επιβαρύνσεις στην τοπική οικονομία των νησιωτικών και παράκτιων περιοχών της Ελλάδας, υποσκάπτοντας παράλληλα, τη δυνατότητα ανάπτυξης αυτών των τοπικών κοινωνιών. Δυστυχώς είναι προφανές ότι το ισχύον πλαίσιο διαχείρισης και ελέγχου της αλιείας στην Ελλάδα είναι ελλιπές, και οδηγεί στην εκτεταμένη υποβάθμιση των αλιευμάτων, καθώς επιτρέπει την υπεραλίευση, την παράνομη και καταστροφική αλιεία.




Παράγοντες που συμβάλλουν στην υποβάθμιση της παράκτιας αλιείας
1. Έλλειψη προστασίας προστατευόμενων ενδιαιτημάτων
Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, απαγορεύεται η αλιεία με συρόμενα αλιευτικά εργαλεία, σε περιοχές που καλύπτονται από προστατευόμενα ενδιαιτήματα, όπως τα λιβάδια Ποσειδωνίας και οι ύφαλοι ασβεστολιθικών ροδοφυκών (οι λεγόμενες τραγάνες). Παράλληλα, σύμφωνα με Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1967/2006, η Ελλάδα οφείλει να εξασφαλίσει τη συλλογή επιστημονικών δεδομένων προκειμένου να εντοπίσει και να χαρτογραφήσει την περιοχή που καλύπτεται από τους παραπάνω βιοτόπους. Καθώς στην Ελλάδα έχουν διενεργηθεί ελάχιστες χαρτογραφήσεις των λιβαδιών Ποσειδωνίας και καμία χαρτογράφηση υφάλων ασβεστολιθικών ροδοφυκών, είναι αδύνατον να γίνει οποιαδήποτε ουσιαστική εφαρμογή του άρθρου αυτού. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι να εξελίσσονται ιδιαίτερα καταστροφικές αλιευτικές δραστηριότητες, κυρίως από σκάφη της μέσης αλιείας (μηχανότρατες, βιτζότρατες κ.α.)
2. Περιορισμένος αριθμός προστατευόμενων περιοχών αλιείας
Ένα τέτοιο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών αλιείας θα μπορούσε να διαφυλάξει την παραγωγικότητα των θαλασσών, τη βιωσιμότητα της αλιείας, αλλά και την επιβίωση των προστατευόμενων ειδών. Οι λιγοστές υπάρχουσες προστατευόμενες περιοχές, ή περιοχές όπου εφαρμόζονται αλιευτικοί περιορισμοί έχουν δημιουργηθεί εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία και δεν είναι επαρκείς.
3. Ελλιπής προστασία προστατευόμενων ειδών
Οι ελληνικές θάλασσες στηρίζουν πληθώρα σπάνιων και προστατευόμενων ειδών: θαλάσσια θηλαστικά και χελώνες, καθώς και διάφορα είδη καρχαριοειδών, ψαριών και ασπόνδυλων οργανισμών. Τα είδη αυτά έχουν χαρακτηριστεί ως προστατευόμενα ή/και απειλούμενα από την κοινοτική νομοθεσία και σειρά διεθνών συμβάσεων με τις οποίες δεσμεύεται η χώρα μας για την προστασία τους. Όμως, ενάντια στην ισχύουσα διεθνή και εθνική νομοθεσία, σήμερα στην Ελλάδα κάποια από τα είδη αυτά αλιεύονται ακούσια ή εκούσια ή θανατώνονται ηθελημένα, μεταφορτώνονται, εκφορτώνονται, πωλούνται, και στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν ενημερώνονται οι λιμενικές ή άλλες αρμόδιες αρχές.
4. Αλίευση & Εμπορία αλιευμάτων μικρότερων του ελάχιστου επιτρεπόμενου αλιεύσιμου μεγέθους

Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία πολλά είδη επιτρέπεται να αλιεύονται σε μικρότερο ή πολύ μικρότερο μέγεθος από αυτό που ορίζει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Ο πίνακας που παραθέτουμε παρακάτω παρουσιάζει τη σύγκριση μεταξύ των ελάχιστων επιτρεπόμενων αλιεύσιμων μεγεθών για συνήθη είδη των ελληνικών θαλασσών, όπως ορίζονται από την ελληνική νομοθεσία και από τον ΕΚ 1967/2006, αλλά και τα προτεινόμενα μεγέθη με βάση το ελάχιστο μέγεθος αναπαραγωγής ανά είδος, σύμφωνα με τη σχετική επιστημονική βιβλιογραφία.
Πίνακας 2. Ελάχιστα επιτρεπόμενα αλιεύσιμα μεγέθη με βάση την ελληνική νομοθεσία, τον ΕΚ 1967/2006, και προτεινόμενα μεγέθη με βάση το ελάχιστο μέγεθος αναπαραγωγής ανά είδος

Το σημαντικότερο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι δεν τηρούνται καν τα ισχύοντα ελάχιστα επιτρεπόμενα αλιεύσιμα μεγέθη. Τόσο στις κεντρικές ιχθυόσκαλες της χώρας, όσο και σε άλλα λιγότερο κεντρικά σημεία πώλησης αλιευμάτων διακινούνται σε καθημερινή βάση μεγάλες ποσότητες από αλιεύματα μικρότερα ή και πολύ μικρότερα από το ελάχιστο επιτρεπόμενο αλιεύσιμο μέγεθος, καθώς επίσης και προστατευόμενα είδη.
5. Ελλιπής λειτουργία του κέντρου παρακολούθησης αλιευτικών δραστηριοτήτων
To Κέντρο Παρακολούθησης Αλιείας, οφείλει να λαμβάνει μέσω του δορυφορικού συστήματος παρακολούθησης σκαφών, δεδομένα σχετικά με τα αλιευτικά σκάφη και με τον τρόπο αυτό να ελέγχει τις παράνομες αλιευτικές δραστηριότητες. Δυστυχώς, αυτό το ιδιαίτερα ακριβό σύστημα που εγκαταστάθηκε με στόχο τον περιορισμό της παράνομης και καταστροφικής αλιείας, αλλά και για την ασφάλεια των σκαφών και πληρωμάτων, υπολειτουργεί από τη μέρα δημιουργίας του, καθώς δεν είναι κατάλληλα στελεχωμένο. Τα δεδομένα που συγκεντρώνει το σύστημα δεν διασταυρώνονται με τα πραγματικά δεδομένα της θέσης των αλιευτικών σκαφών, γεγονός που αποδεικνύεται από τις συνεχείς παραβάσεις που παρατηρούνται (ιδιαίτερα σε δυσπρόσιτες και απομακρυσμένες περιοχές, και κατά τη διάρκεια της νύχτας).
Έρευνα και Δράσεις Προστασίας του Αρχιπελάγους για την Αλιεία




1. Καταγραφή της παραγωγικότητας της μέσης αλιείας
Η παραγωγή και η σύνθεση των αλιευμάτων από τα παράκτια αλιευτικά σκάφη καταγράφεται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου σε διάφορες περιοχές του ανατολικού Αιγαίου.
Τους τελευταίους μήνες δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην περιοχή της ΝΔ Σάμου, όπου καταγράφεται καθημερινά η αλιευτική παραγωγή από το σύνολο του αλιευτικού στόλου. Η έρευνα σε αυτή την περιοχή, που χαρακτηρίζεται από υψηλή δυνατότητα αλιευτικής παραγωγής, στοχεύει στην ανάπτυξη και θεσμοθέτηση ενός πιλοτικού πλαισίου αυτοδιαχείρισης και αυτοελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων. Σε αυτόν τον σκοπό συμβάλλει καίρια η στενή συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, τους αλιείς και τις τοπικές κοινωνίες.
Η γνώση που παράγεται από τις μακροπρόθεσμες μελέτες αλιευτικής παραγωγής αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη αειφόρων μέτρων για διαχείρισης της παράκτιας αλιείας στην Ελλάδα.
2. Καταγραφή δεδομένων
Σε διάφορες περιοχές των ελληνικών θαλασσών γίνεται καταγραφή δεδομένων σε συνεργασία με τους αλιείς, με στόχο τη συλλογή πληροφοριών στους παρακάτω τομείς:
• Τεχνικές και πρακτικές αλιείας, χαρακτηριστικά αλιευτικών εργαλείων (παραδοσιακά και σύγχρονα)
• Ιστορικά δεδομένα αλιευτικής παραγωγής και διακύμανσης των διάφορων ιχθυαποθεμάτων
• Κοινωνικοοικονομική σημασία της αλιείας, με άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στις νησιωτικές κοινωνίες.
• Δεδομένα για τη συχνότητα, έκταση και το κόστος αντικατάστασης των ζημιών που προκαλούνται στα αλιευτικά εργαλεία από προστατευόμενα είδη (κυρίως από ρινοδέλφινα και μεσογειακές φώκιες)
• Προτάσεις αλιευτικής διαχείρισης προς τους αλιείς, με στόχο τη μείωση των επιδράσεων που προκαλούν οι αλιευτικές πρακτικές στα οικοσυστήματα και τα ιχθυαποθέματα.
3. Ανάπτυξη μέτρων διαχείρισης και προστασίας
Το Αρχιπέλαγος συνεργάζεται με τους τοπικούς αλιευτικούς συλλόγους, τη συνομοσπονδία αλιέων Ελλάδος, καθώς και με τη τοπική αυτοδιοίκηση σε διάφορα νησιά του Αιγαίου, με στόχο την ανάπτυξη και εφαρμογή μέτρων διαχείρισης και προστασίας.
4. Ανάλυση Ψαριών
Εργαστηριακές αναλύσεις πραγματοποιούνται σε επιλεγμένα είδη ψαριών στους παρακάτω τομείς:
• Ανάλυση ωτόλιθων για τον προσδιορισμό της ηλικίας: Οι ωτόλιθοι είναι ασβεστολιθικές δομές στο κεφάλι των ψαριών που χρησιμοποιούνται ως μέρος του συστήματος ισορροπίας των οστεϊχθύων. Καθώς το ψάρι μεγαλώνει, νέο υλικό εναποτίθεται στην επιφάνεια των οτόλιθων. Ο κύκλος ζωής του ψαριού, καθώς και οι περιβαλλοντικές μεταβολές σχηματίζουν εναλλαγές διάφανων και συμπαγών στρώσεων. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία στρώσεων ανάλογων με τους δακτυλίους των δέντρων. Η ανάλυση οτόλιθων προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τη βιολογία των αλιευμάτων, και συμβάλλει στην ανάπτυξη ουσιαστικών μέτρων διαχείρισης των ιχθυαποθεμάτων.
• Η Μορφομετρία μπορεί να δείξει διαφορές ανάμεσα σε ψάρια του ίδιου είδους, καθώς και ανάμεσα σε διαφορετικά είδη. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω του καθορισμού επιλεγμένων «σημείων αναφοράς» (landmarks) στο σώμα του ψαριού. Κατόπιν φωτογράφισης του ψαριού, τα σημεία αναφοράς αναλύονται με τη χρήση ειδικού λογισμικού.
• Οικοτοξικολογικές αναλύσεις: Προκαταρκτικές οικοτοξικολογικές αναλύσεις σε συγκεκριμένα είδη από διάφορα σημεία των ελληνικών θαλασσών, για την περιεκτικότητα τους σε βαρέα μέταλλα και άλλες τοξικές ουσίες. Στόχος είναι να εκτιμηθεί η καταλληλότητά τους ως τροφή, σύμφωνα με τα κριτήρια της Ε.Ε. Αυτές οι μη-βιοδιασπώμενες τοξικές ουσίες, παραμένουν στους ιστούς και η συγκέντρωσή τους αυξάνεται προς την κορυφή της τροφικής αλυσίδας, δηλαδή στους ανώτερους θηρευτές όπως ο τόνος, ο ξιφίας και τα θαλάσσια θηλαστικά, απειλώντας τα είδη και τη δημόσια υγεία.